Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Μερικές φορές αναρωτιέμαι...




"Κοπελίτσα, σου είπε κανείς ποτέ πόσο όμορφη είσαι;"


Εσύ ναι, με τα πράσινα μάτια, που σε συνάντησα στο 10 την ώρα που βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι...

Εσύ, με το χρωματιστό σακίδιο που πάω στοίχημα ότι έχεις ζωγραφίσει μόνη σου, και τα λυτά κορδόνια...

Εσύ με το κοραλί φουλάρι και το χαμένο βλέμμα...

Εσύ, με τα μαύρα μαλλιά και την ολόισια οδοντοστοιχία.


Εσύ, που είσαι διαφορετική κάθε φορά κι όμως κάθε φορά ίδια...

Κάθε φορά.



Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

"Μήπως έχετε δάκρυα;"

-Ναι, αμέ. Πακέτο;
-Στο χέρι.
-Να τα κάνω σε λίτρα ή σε λεπτά;

-Συνδυάστε τα...

-Ορίστε, καλή σας μέρα.
-Ευχαριστώ. Καλημέρα σας. 

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Αυθυποβολή


Κοίταζα τον ουρανό και δεν είχε αστέρια. 
Τα έφτιαξα. 
Και τους πλανήτες. 

Ζωγράφισα έναν ήλιο. Και στον χάρισα. 

Μετά, βούτηξα. 
Κι έφτιαξα κοχύλια. Και φύκια, και αστερίες. 
Κι ύστερα ψάρια, και φάλαινες.

Μύρισα τον άνεμο. 
Με μύρισε κι αυτός. Κατάλαβε τ'άρωμά σου.

Τότε τυλίχτηκα σε μια πάχνη και χάθηκα. 

Κι έτσι δεν πρόλαβα να ζωγραφίσω κι εσένα. 

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Η πόρτα

Κρατά την ανάσα του και περιμένει.
Δυο, τρία, πέντε βήματα. Το πλήθος τον προσπερνά αδιάφορα, και τα πολύχρωμα φώτα μπλέκονται με τις φωνές και τις ανάσες και τον μπερδεύουν.
Άλλα δυο βήματα και λίγο ακόμα διοξείδιο του άνθρακα στον εγκέφαλο.
Ιδρώτας. Οι ήχοι δεν είναι πια τόσο ξεκάθαροι.
Άλλα τρία βήματα. Ακούει σφυρίγματα.
Θα πέσει. Γυρίζει πίσω. Αναπνοή.
Το βλέμμα του πλανιέται στο χώρο, τα χρώματα αποκτούν ξανά τη λάμψη τους.
Παύση. Ανοιγοκλείνει τα μάτια.
Μαζεύεται υγρό, δεν το ελέγχει. Ξαφνικά αρχίζει να στάζει. Στο πάτωμα. Στο ταβάνι. Στους τοίχους.
Σχηματίζει παχύρρευστες λιμνούλες. Μεγαλώνουν.
Σε λίγο θα γεμίσουν το χώρο.
Οι δυο βαθιές τρύπες στη θέση των ματιών μετατρέπονται σε καταρράχτες. Το υγρό φτάνει μέχρι επάνω.
Άλλα δυο βήματα. Η πόρτα.
Αναπνοή. Όχι. Αυτή τη φορά θα πέσει.
Κι άλλη αναπνοή. Το σφύριγμα στ' αυτιά του δυναμώνει.
Το υγρό, πρέπει να σταματήσει το υγρό.
Μαζεύεται κι άλλο. Δε μπορεί να κάνει τίποτα.
Το βλέπει να απλώνεται.

Η πόρτα. Τέσσερα βήματα.
Φως.
Οι φωνές σωπαίνουν, μένει μόνο το σφύριγμα.
Δυο βήματα ακόμα. Δεν υπάρχει πόμολο.

Το υγρό καταλαμβάνει το χώρο. Κλείνει τα μάτια.
Πέφτει. Αναπνοή. Το υγρό εισβάλλει στους πνεύμονες.

Φως. Η πόρτα.

Ο κόσμος μεταλλάσσεται σε ένα εύπλαστο, κολλώδες υλικό που γίνεται ένα με το υγρό που βγαίνει από το κεφάλι του.
Παύση.