Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Περπατάς σ'ένα βαθύ διάδρομο.
Παράθυρα-πόρτες, δεν υπάρχουν. Το φως έρχεται από κάπου ψηλά.
Προχωράς.
Στους τοίχους χρωματισμένες ζωγραφιές που έφτιαχνες μικρός.
Απροσδιόριστες γραμμές και σχήματα σε μια γλώσσα που δεν είσαι σίγουρος αν ξέρεις ή αν ήξερες ποτέ.
Κινούνται μαζί σου, το πάτωμα αλλάζει μορφές.

Τα πόδια σου αφήνουν ένα κολλώδες υγρό.
Το μέρος μυρίζει άσχημα.
Φοβάσαι. Περπατάς ακόμα.

Θα έρθει, και θα σε πάρει από το χέρι.
Την κρατάς, σφιχτά. Ακούει την ανάσα σου.
Γρήγορη, κοφτή.

Τα χέρια σου ιδρώνουν. Σφίγγεις το χέρι σου μέσα στο δικό της.
Ντρέπεσαι.
Αφήνεις τα χέρια σου να γλιστρήσουν κι η παλάμη σου ξεφεύγει από την ασπίδα της.

Είσαι  μόνος-γυμνός.
Η παρουσία της υπενθυμίζει τη μοναξιά σου.

Γυρίζει το πρόσωπο της προς το μέρος σου-θεε μου, είναι τόσο όμορφη.
Τα μάτια της δε σε κοιτάζουν.
"Η Κυρία σε περιμένει" λέει τελικά και φεύγει προς το φως.

Ανήκει στο φως, το φως της ανήκει.
Χάνεται.

Περπατάς σ'έναν βαθύ διάδρομο.
Δεν υπάρχουν φώτα.
Το πόδια σου αφήνουν ένα κολλώδες υγρό που φωσφορίζει στο σκοτάδι.
Τα χέρια σου ιδρώνουν. Αναζητούν τα δικά της.

Η Κυρία. Σε περιμένει.