Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Εκείνος κι εκείνη..


Βράδιαζε και ο ουρανός είχε πάρει ένα χρυσοκόκκινο χρώμα.. Στο μυαλό της τριγύριζε πάντα η ίδια ιδέα. Και κανένας δε μπορούσε να της την πάρει. Να φύγει...

[Ο ήλιος πριν δύσει...]

Το είχε πει τόσες φορές, που θαρρούσες πως το έλεγε για να πείσει τον εαυτό της. Αλλά δε χρειαζόταν. Είχε ήδη πάρει την απόφαση της. Ήξερε ότι η ζωή που έκανε μέχρι τώρα δεν της άνηκε. Γι αυτό και την άφηνε να περνά μπροστά στα μάτια της, χωρίς να κάνει ούτε μια προσπάθεια για να την πλησιάσει.
Αλλά τώρα, όλα θα άλλαζαν

Εκείνη, απλώς θα έφευγε.
Κι εκείνος, θα ήξερε που να την βρει.
Δε θα του είχε πει από πριν. Δε θα τον ήξερε καν.
Αλλά εκείνος θα ήξερε.

Και θα την περίμενε υπομονετικά, μέχρι να εμφανιστεί.. 
Γιατί 

[Ποτέ του δεν ήτανε ολόκληρος, και πάντα ήταν μισή]

Μπορεί να του έπαιρνε μέρες, μήνες ή ακόμα και χρόνια, αλλά δε θα σταματούσε να την περιμένει. 
Και κάποια μέρα, θα την έβρισκε και εκείνη θα τον καταλάβαινε, γιατί θα ήταν λες και γνωρίζονταν μια ζωή, λες και τον αγαπούσε από πάντα.

Και θα ξεκινούσαν μαζί το ταξίδι. Μαζί θα γύριζαν τον κόσμο. Μαζί θα έφευγαν. Μαζί.
Οχι πια μόνη της. 
Μαζί...

Κι εκείνος δε θα έψαχνε ακόμα το νόημα.. Θα το είχε βρει :)

Κι εκείνος έγινε αέρας 

Κι εκείνη έγινε σκόνη
εκεί είναι που η ζωή τους αρχίζει
εκεί είναι που ποτέ δεν τελειώνει , ποτέ δεν τελειώνει


Στην Ποκαχόντας. (Το είχα γράψει αρκετό καιρό πριν και πάντα είχα υπόψη μου εσένα. Σήμερα θα έγραφα άλλο, παρόμοιο, αλλά who cares? Άλλη φορά. :Ρ)









Πρώτη εκτέλεση: Ζακ Στεφάνου




Κι εκείνος θα ψάχνει ακόμα το νόημα

σε μια εξάτμιση και τέσσερις ζάντες
γεμάτος ως πάνω και άδειος στο βάθος του
για όσα αγαπάνε οι άντρες



Κι εκείνη θα κλαίει κοιτώντας το σήριαλ

θα βάζει στα νύχια της γκλίτερ διαμάντια
στο τεύχος του μήνα στο τεστ θηλυκότητας
την έβγαλε "σέξι" όπως πάντα



Κι εκείνος μπροστά στην οθόνη του

νικάει τον Μπιλ Γκέιτς σε μια παρτίδα ακόμα
κρατάει σφιχτά το τιμόνι του
σφιχτά όπως κρατούσε
το χέρι της πριν χρόνια



Κι εκείνη στο μαύρο μεγάλο γραφείο της

θα δίνει εντολές, θα διατάζει, θα ορίζει
θα κρύβει όλες τις αδυναμίες της
με ένα ταγέρ μία σκιά και μολύβι



Κι εκείνος μπορεί να μη σπούδασε τίποτα

να νιώθει ενοχές για τα πάντα και τύψεις
μα όταν ανοίξεις, όταν ανοίξεις
την καρδιά του θα βρεις



Εκείνη μπροστά στον καθρέφτη της

το αβέβαιο βλέμμα της, τα ανύπαρκτα χείλια της
αυτά που τονίζει με κόκκινο
μα κάποτε στο στόμα του
σημάδι αφήνανε βανίλια



Κι εκείνος θα βρίσκει στον δρόμο μια μπάλα

κι εκείνη θα βρίσκει ένα άσπρο λάστιχο
κι εκείνη θα κάνει στο πάρκο τραμπάλα
κι εκείνος σκαρώνει το πρώτο τετράστιχο



κι εκείνη θα λέει πως πέρασε ο χρόνος

κι εκείνος θυμάται την άδεια πλατεία
φιλιά στο παγκάκι μετά μεγαλώσανε
κι αλλάξανε πόλεις κι αλλάξανε πορεία



Κι εκείνος θα βρίσκει την πρώτη αγάπη του

μετά από χρόνια σε μια ιστοσελίδα
κι εκείνη θα βρίσκει μια φωτογραφία του
μες στο λεύκωμά της στην πρώτη σελίδα



Κι εκείνος τολμά να στείλει ένα μήνυμα

κι εκείνη διστάζει να του απαντήσει
κι εκείνος προτείνει την ίδια πλατεία
στο ίδιο σημείο ο ήλιος πριν δύσει



Εκείνος άπλωσε τα χέρια κι έσπρωξε απαλά

τα μαλλιά της πίσω απ' τα αυτιά
ώστε να φαίνονται ξεκάθαρα τα φωτεινά της μάτια
κι ήρθαν στο νου της τα κομμάτια
που τραγουδούσε στην κιθάρα του
τις Κυριακές τα απογεύματα
κι όλα τα πνεύματα
που χρόνια περπατούσαν στην πλατεία
στροβιλιζόντουσαν στη δίνη που κατέληγε στο στήθος της
κι από το ύφος της προδόθηκε η ελπίδα
θα ορκιζόμουν πως τους είδα να πετούν
μισό μέτρο πάνω απ' τη γη
τα σώματά τους συμπαγή
μα όταν τα χείλη τους ενώθηκαν οι δυο τους γίναν ένα
κι ήταν τα μάτια του κλειστά κι ήταν τα χέρια της δεμένα
κι ήταν ο χρόνος κολλημένος ίδια σκηνή εδώ και αιώνες
γιατί ποτέ τους δεν υπάκουσαν σε νόμους και κανόνες
τώρα πετούσαν αγκαλιά μέχρι τα σύννεφα
σ' ένα ταξίδι που για χρόνια αναβάλλω
εκείνος έγινε αέρας
εκείνη έγινε σκόνη
και από τότε ακολουθεί ο ένας τον άλλον



Κι εκείνος ήμουν εγώ

Κι εκείνη ήσουν εσύ
ποτέ μου δεν ήμουν ολόκληρος
και πάντα ήσουν μισή



Κι εκείνος έγινε αέρας 

Κι εκείνη έγινε σκόνη
εκεί είναι που η ζωή τους αρχίζει
εκεί είναι που ποτέ δεν τελειώνει , ποτέ δεν τελειώνει


Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Magic is Might!

Αφιερώνω αυτό το ποστ σε όλους εμάς, που μεγαλώσαμε μαζί με τα βιβλία και τις ταινίες του Χάρι Πότερ, που ξενυχτήσαμε για να τελειώσουμε το βιβλίο ή το κεφάλαιο, και την επομένη είχαμε διαγώνισμα, που κλάψαμε με το θάνατο της Χέντβιχ, του Ντόμπι και του Ντάμπλντορ, που στηνόμασταν μια ώρα πριν την αρχή της ταινίας στην ουρά για να δούμε την πρεμιέρα, που μετρούσαμε τις μέρες μέχρι το επόμενο βιβλίο από την ημέρα που έβγαινε η ημερομηνία κυκλοφορίας του, που όταν ήμασταν 11 κοιτάζαμε κάθε μέρα το γραμματοκιβώτιο και περιμέναμε γράμμα από το Χογκουαρτς, που ήμασταν σίγουροι ότι κάποια στιγμή συνέβηκε κάτι μαγικό, κάτι που προκαλέσαμε χωρίς να το θέλουμε... 

Και δεν μιλώ για υπερβολές.. Καθόλου.
Τα πράγματα είναι απλά. 

Κάποιοι μεγάλωσαν με την Κοκκινοσκουφίτσα.
Κάποιοι με τα Στρουμφάκια.
Κάποιοι άλλοι με το "Μικρό σπίτι στο λιβάδι"

ΕΜΕΙΣ, μεγαλώσαμε με τον Χάρι Πότερ. Και είμαστε περήφανοι γι αυτο. :)

Η πρώτη μου επαφή με τον Χάρι Πότερ ήταν στην Δευτέρα ή Τρίτη δημοτικού, όταν η ξαδέρφη μου (δυο χρόνια μεγαλύτερη) είχε έρθει τα Χριστούγεννα από τη Γερμανία και μου είπε όλη την ιστορία του πρώτου βιβλίου. Λίγο καιρό μετά, φτάνει στην Κύπρο η πρώτη ταινία. Δεν πήγα στο σινεμά να την δω, γιατί εννοείται πως ήμουν πολύ μικρή. 
Τον επόμενο χρόνο ομως στα γενέθλια μου ζήτησα από τους παππούδες μου την κασέτα. 
Και το βιβλίο. 

Από τότε, απέκτησα έναν φίλο που δε με εγκατέλειψε ποτέ.
Διάβασα τα βιβλία περισσότερες από 4 φορές το κάθε ένα, είδα τις ταινίες άπειρες φορές, και ξόδεψα ένα σημαντικό μέρος της βιβλιοθήκης μου για να χωρέσει τόσο τα ελληνικά βιβλία (αφού δε γινόταν να διαβάζω τα αγγλικά όταν ήμουν δημοτικό) όσο και τα αγγλικά που απέκτησα εκ των υστέρων. 
Και τις ιστορίες του Μπιντλ του βάρδου.
Και το "Quintich through the ages"
Και το "Fantastic Beasts and where to find them"

Με την πρεμιέρα του "Harry Potter and the Deathly Hallows part 1" μπήκαμε στην τελική ευθεία για να ολοκληρωθεί κι αυτός ο κύκλος. Δεν είναι τυχαίο που το δεύτερο μέρος έρχεται με το τέλος της σχολικής μου ζωής.  

Ο Χάρι Πότερ σαν βιβλίο δεν έχει τεράστια λογοτεχνική αξία. 
Η αξία του είναι άλλη.
Μεγαλύτερη.

Και την ξέρουμε όλοι εμείς που τον βάλαμε στη ζωή μας. 

Εξάλλου, λίγη μαγεία παντού χρειάζεται.. Και παντού υπάρχει ;) 

"Where your treasure is, there will your heart be also.
                                                                                 A. Dumbledore 








Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Φεγγαράκι μου λαμπρό...

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι που αγαπούσε πολύ το φεγγάρι… Όταν έπεφτε η νύχτα και το φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό το κοριτσάκι καθόταν στο παράθυρο του δωματίου του και το κοιτούσε για ώρες ολόκληρες.. Κάποιες φορές του μιλούσε και κάποιες άλλες απλά το θαύμαζε..

Μα και το φεγγάρι, αγαπούσε πολύ εκείνο το κοριτσάκι… Του χαμογελούσε πάντα, κι όταν έπεφτε να κοιμηθεί, το σκέπαζε με το φως του και το πρόσεχε όλο το βράδυ..Κάθε βράδυ το κοριτσάκι ονειρευόταν πως είχε μια βαρκούλα και ταξίδευε στο φεγγάρι… Μα όταν ξυπνούσε θύμιζε στον εαυτό της πως αυτό ήταν αδύνατο…

(…)

Μια φορά κι έναν καιρό, ο Μικρός Χείμαρρος άκουγε Yanni


Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Να σου πω ένα παραμύθι;

Ήταν ένα μικρό χωριό. Τόσο μικρό, που δεν το είχαν οι μεγάλοι χάρτες της χώρας. Τόσο μικρό, που είχε μόνο μία μικρούτσικη πλατεία και στην μοναδική πλατεία, ένα μονάχα δέντρο.
Όμως, ο κόσμος αγαπούσε εκείνο το χωριουδάκι, αγαπούσε την πλατεία και το δέντρο του – ένα τεράστιο πλατάνι που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της πλατείας. Και ακριβώς στο κέντρο της καθημερινής ζωής του χωριού. Κάθε απόγευμα γύρω στις εφτά, μετά τη δουλειά τους, οι άνδρες και οι γυναίκες του χωριού συναντιόνταν στην πλατεία, φρεσκολουσμένοι, χτενισμένοι και ντυμένοι για να κάνουν δύο-τρεις βόλτες γύρω από το πλατάνι.

Για πάρα πολλά χρόνια, οι νέοι οι πατεράδες τους και οι παππούδες τους διασταυρώνονταν καθημερινά κάτω από το πλατάνι.
Εκεί είχαν κλείσει σπουδαίες δουλειές, εκεί είχαν πάρει καθοριστικές αποφάσεις για την κοινότητα, εκεί είχαν οριστεί γάμοι κι εκεί θυμούνταν τους νεκρούς τους για χρόνια και χρόνια.
Μία μέρα, κάτι διαφορετικό και θαυμαστό συνέβη. Από μία ρίζα του πλατάνου ξεπετάχτηκε, άξαφνα, ένα πράσινο κλαδάκι με δύο μοναδικά φύλλα που σημάδευαν τον ήλιο.
Ήταν ένα βλαστάρι. Το πρώτο βλαστάρι που έβγαζαν οι ρίζες του πλάτανου από τότε που το θυμούνταν.
Μετά την αρχική συγκίνηση, δημιουργήθηκε μία επιτροπή που οργάνωσε μία γιορτή για το γεγονός.
Προς έκπληξη των διοργανωτών, δεν ήρθαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού στη γιορτή. Ορισμένοι έλεγαν ότι το βλαστάρι θα δημιουργούσε επιπλοκές.
Λίγες μέρες μετά άρχισε να σκάζει και δεύτερο βλαστάρι. Και μέσα σ’ ένα μήνα, πάνω από είκοσι πράσινα κλαδάκια φύτρωναν πάνω στις γκρίζες ρίζες του πλάτανου.
Η χαρά των μεν και η αδιαφορία των δε, θα διαρκούσε λίγο.
Το ανακοίνωσε ο φύλακας της πλατείας. Κάτι συνέβαινε στο γέρικο πλατάνι. Τα φύλλα του ήταν πολύ κίτρινα, αδύναμα κι έπεφταν εύκολα. Ο φλοιός του κορμιού του, που άλλοτε ήταν τρυφερός και σαρκώδης, τώρα ήταν ξερός κι έσπαγε. Ο φύλακας έβγαλε μία διάγνωση.
«Το πλατάνι είναι άρρωστο».
Και ίσως να πέθαινε.
Εκείνο το απόγευμα, στο απογευματινό περίπατο, άνοιξε μεγάλη συζήτηση ανάμεσα στους χωριανούς. Ορισμένοι έλεγαν πως έφταιγαν τα βλαστάρια. Τα επιχειρήματα τους ήταν σαφή. Όλα πήγαιναν καλά προτού εμφανιστούν τα βλαστάρια.
Οι υπερασπιστές των νέων βλαστών έλεγαν ότι το ένα δεν είχε σχέση με το άλλο, και τα βλαστάρια ήταν μια εξασφάλιση για το μέλλον – αν κάτι πάθαινε το πλατάνι.
Με την συζήτηση, δημιουργήθηκαν δύο ομάδες σαφώς αντίθετες: η μία έδινε προτεραιότητα στο γέρικο πλατάνι και η άλλη στα νέα βλαστάρια.
Δίχως να το καταλάβουν, η λογομαχία φούντωσε και οι δύο ομάδες απομακρύνθηκαν περισσότερο. Όταν βράδιασε, αποφάσισαν να συζητήσουν το θέμα σε μία γενική συνέλευση των κατοίκων την επόμενη μέρα, για να καλμάρουν τα πνεύματα.
Δεν καλμάρισαν όμως. Την επόμενη μέρα, οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» – όπως άρχισαν να αυτοαποκαλούνται – είπαν ότι η λύση του προβλήματος ήταν η επιστροφή στην πρότερη κατάσταση. Τα βλαστάρια αφαιρούσαν δυνάμεις από το γέρικο πλατάνι ενεργώντας σαν παράσιτα του δέντρου. Συνεπώς, έπρεπε να κόψουν τα βλαστάρια για να σώσουν το πλατάνι.
Οι «Υπερασπιστές της Ζωής» -όπως είχε βαφτιστεί η δεύτερη ομάδα-, άκουγαν ταραγμένοι την άποψη αυτή. Είχαν σκεφτεί κι εκείνοι μία λύση να προτείνουν. Έπρεπε να κοπεί το γέρικο πλατάνι, που είχε πια ολοκληρώσει τον κύκλο του. Το μόνο που έκανε ήταν να κόβει φως και νερό από τα νεογέννητα. Εξάλλου, ήταν μάταιο να υπερασπίζει το πλατάνι αφού, ούτως ή άλλως το γέρικο δέντρο ήταν σχεδόν νεκρό.
Η διαμάχη κατέληξε σε λογομαχία, η λογομαχία σε καβγά με φωνές, βρισιές και κλοτσιές. Η αστυνομία διέλυσε τη φασαρία και τους έστειλε όλους στα σπίτια τους.
Οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» συγκεντρώθηκαν τη νύχτα και αποφάσισαν ότι η κατάσταση ήταν απελπιστική. Οι ηλίθιοι αντίπαλοι τους δεν έπαιρναν από λόγια και συνεπώς έπρεπε να δράσουν. Οπλίστηκαν με κλαδευτήρια, κασμάδες και φτυάρια και πήγαν στην πλατεία. Αν κατάστρεφαν τα βλαστάρια, οι διαπραγματεύσεις θα γίνονταν με άλλους όρους.
Έφτασαν στην πλατεία πολύ ικανοποιημένοι.
Όταν πλησίασαν τον πλάτανο είδαν μία ομάδα ανθρώπων να στοιβάζει ξύλα γύρω από το πλατάνι. ¨Ήταν οι «Υπερασπιστές της Ζωής» που σκόπευαν να του βάλουν φωτιά.
Οι δύο ομάδες υπερασπιστών ήρθαν πάλι στα χέρια, μόνο που τώρα τα χέρια τους ήταν οπλισμένα με μίσος, οργή και διάθεση για καταστροφή.
Πολλά βλαστάρια ποδοπατήθηκαν και πληγώθηκαν με τον καβγά. Αλλά και το γέρικο πλατάνι έπαθε κάμποσες ζημιές στον κορμό και τα κλαδιά του.
Πάνω από είκοσι «υπερασπιστές» και των δύο πλευρών κατέληξαν στο νοσοκομείο πληγωμένοι, άλλος λίγο και άλλος σοβαρά.

Το επόμενο πρωί, η πλατεία είχε διαφορετική όψη. Οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» είχαν υψώσει ένα φράχτη γύρω από το δέντρο και τέσσερις ένοπλοι το φύλαγαν συνέχεια.
Οι «Υπερασπιστές της Ζωής», από τη μεριά τους, είχαν σκάψει μία τάφρο και είχαν κυκλώσει με αγκαθωτό σύρμα τα βλαστάρια που απέμειναν, για να τα προστατέψουν.
Αλλά και στο υπόλοιπο χωριό, η κατάσταση είχε γίνει ανυπόφορη. Οι δύο ομάδες, προσπαθώντας να κερδίσουν υποστήριξη, δημιούργησαν πόλωση και ανάγκασαν τους πάντες να πάρουν θέση. Όποιος υπερασπιζόταν το πλατάνι ήταν εξ’ ορισμού εχθρός των «Υπερασπιστών της Ζωής» και οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» μισούσαν θανάσιμα όποιον υπερασπιζόταν τα βλαστάρια.
Τελικά, αποφάσισαν να πάνε το θέμα στον Ειρηνοδίκη, που ήταν τότε ο εφημέριος της μικρής εκκλησίας. Θα έβγαζε την απόφαση του την επόμενη Κυριακή.
Το ακροατήριο ήταν χωρισμένο μ’ ένα σχοινί και οι δύο πλευρές βρίζονταν. Φώναζαν τρομερά και κανένας δεν ακουγόταν.
Ο Γέρος, που σίγουρα ήταν πάνω από εκατό ετών, είχε ιδρύσει το χωριό στα νιάτα του. Αυτός είχε σχεδιάσει τους δρόμους, είχε μοιράσει τη γη και, φυσικά είχε φυτέψει το δέντρο.
Ο Γέρος ήταν σεβαστός από όλους, και τα λόγια του διατηρούσαν την ίδια διαύγεια όπως σε όλη του τη ζωή.

Ο γέροντας απόδιωξε τα χέρια που προσφέρονταν να τον βοηθήσουν, και με δυσκολία ανέβηκε στο βήμα και μίλησε.
«Ανόητοι» είπε. «Ονομάζετε τους εαυτούς σας «Υπερασπιστές του Πλατάνου» και «Υπερασπιστές της Ζωής» … Υπερασπιστές; Εσείς είστε ανίκανοι να υπερασπίσετε οτιδήποτε, γιατί ο μόνος σας στόχος είναι να βλάψετε όποιον σκέφτεται διαφορετικά.
Δεν αντιλαμβάνεστε το λάθος σας και –τόσο οι μεν όσο και οι δε- σφάλλετε.
Το πλατάνι δεν είναι από πέτρα. Είναι ζωντανός οργανισμός και σαν τέτοιος κάνει το κύκλο του. Ο κύκλος της ζωής του περιλαμβάνει και το να δώσει ζωή σ’ όσους θα συνεχίσουν. Δηλαδή, να προετοιμάσει τα βλαστάρια που θα γίνουν μετά καινούργια πλατάνια.
Όμως τα βλαστάρια, ανόητοι, δεν είναι μόνο βλαστάρια. Δεν μπορούν να ζήσουν αν το βλαστάρι πεθάνει, και η ζωή του πλάτανου δεν έχει σημασία αν δεν μπορεί να μετατραπεί σε νέα ζωή.
Ετοιμαστείτε «Υπερασπιστές της Ζωής». Προπονηθείτε και οπλιστείτε. Σύντομα θα έρθει η ώρα να βάλετε φωτιά στα σπίτια των γονιών σας και να κάψετε κι εκείνους μαζί. Σύντομα θα γεράσουν και θα εμποδίζουν το δρόμο σας.
Ετοιμαστείτε «Υπερασπιστές του Πλάτανου». Αρχίστε με τα βλαστάρια. Πρέπει να μπορέσετε να ποδοπατήσετε και να σκοτώσετε τα παιδιά σας όταν εκείνα θα θελήσουν να σας αντικαταστήσουν ή να σας ξεπεράσουν.
Και θέλετε να λέγεστε «Υπερασπιστές»!

Εσείς, το μόνο που θέλετε είναι να καταστρέψετε…
Και δεν αντιλαμβάνεστε
Ότι καταστρέφοντας, και καταστρέφοντας
Θα καταστρέψετε αναπόφευκτα
Όλα όσα θέλετε να υπερασπίσετε.
Σκεφτείτε! Δεν σας απομένει πολύ χρόνος…


Και με τα λόγια αυτά, κατέβηκε αργά από το βήμα και βάδισε προς την πόρτα μέσα στην απόλυτη σιωπή.
… Και έφυγε.


(Εγώ το πήρα από το βιβλίο "Να σου πω μια ιστορία" του Χορχε Μπουκάι,που το πήρε απο ενα διήγημα του R.Trossero)


Τι πάμε να κάνουμε...;

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Μια φορα κι εναν καιρο...

... Ήταν ένα μικρό ποταμάκι. Το πιο μικρο ποταμάκι στον κόσμο! Να φανταστείτε, όλο του το μπόι δεν ξεπερνούσε το 1.58 και όλο του το πλάτος χωρούσε σε μια αγκαλιά! Οι φίλοι του το φώναζαν Χειμαρρούλη, αλλά το επίσημο του όνομα (για τις λαμπρές τελετές που παρευρισκόταν σπάνια, αλλά και για να τον φωνάζουν από τον κατάλογο του απουσιολογίου στο σχολείο) ήταν Μικρός Χείμαρρος.
Όπως όλα τα ποταμάκια, του άρεσε να τρέχει από κει και από δω και να παρατηρεί ο,τι συνέβαινε γύρω του. Το όνειρό του ήταν να ανακαλύψει όσο περισσότερα μπορούσε για αυτό τον παράξενο μα υπέροχο κόσμο και να μάθει επιτέλους ποια είναι αυτή η Κυρία, που τη φωνάζουνε Ζωή και κάποτε είναι τόσο μα τόσο όμορφη κι άλλοτε τόσο άσχημη και κακιά που ξεπερνά και τις μάγισσες των παραμυθιών...
Κάποια βράδια, όταν δε μπορούσε να κοιμηθεί, κοιτούσε τα αστέρια και ευχόταν να μπορούσε κι αυτός να ανεβεί ψηλά στον ουρανό, να θαυμάσει τη γη από ψηλά και να μπορέσει να δει πράγματα, που από το έδαφος δε μπορούσε να διακρίνει. Φανταζόταν τον εαυτό του ψηλά, κουλουριασμένο κάπου, σε κάποιο ευγενικό αστεράκι που θα τον άφηνε να καθίσει για λίγο στα γόνατά του να αγναντεύει την υπέροχη θέα λουσμένος από το μαγικό φως των αστεριών και του φεγγαριού και προσπαθούσε να νιώσει πως θα ήταν άραγε, αν αυτό συνέβαινε κάποια φορά.
Κι όταν ήταν λυπημένος, του άρεσε να κάνει μακρινούς περιπάτους και να βρίσκει πράγματα που θα τον έκαναν χαρούμενο. Συνήθως ήταν μικρά και ασήμαντα για άλλους πράγματα, όπως το πέταγμα μιας όμορφης πεταλούδας, μια ανθισμένη αμυγδαλιά, ή ο ήχος που κάνουν τα φύλλα όταν τα χαϊδεύει ο άνεμος, όμως για τον Μικρό Χείμαρρο μπορούσε να είναι η αρχή μιας υπέροχης μέρας.
Μια μέρα, το ποταμάκι έμαθε να γράφει, κι ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που από την πρώτη κιόλας μέρα αποφάσισε να γράψει τις περιπέτειες του κάπου, για να τις διαβάσουν και τα άλλα ποταμάκια και να μάθουν για τον περιπλανώμενο Μικρό Χείμαρρο που έψαχνε την Ευτυχία...
Αυτό το μπλόγκ είναι κάτι σαν το "ημερολόγιο καταστρώματος" του Μικρού Χείμαρρου. Είναι το ταξίδι του, οι περιπέτειες του, οι σκέψεις του, και κάποιες φορές, απλά οι βλακείες που του κατεβαίνουν στο κεφάλι. Αν θέλετε, φορέστε μπρατσάκια κι ακολουθήστε τον και...

Bon Voyage! :)