Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επικαιρότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

"Τι νέοι που φτάσαμε ως εδώ... Σχεδόν παιδιά!"

Λέτε για τους νέους ότι κοιμούνται.
Ότι τους νοιάζει μόνο το φέισμπουκ και η καλοπέραση.
Ότι δεν ξέρουν, είναι μικροί. Πιτσιρίκια.

Λέτε για τους νέους ότι δεν έχουν άποψη.
Τους κατηγορείτε γιατί αρνούνται να πάνε να σας ψηφίσουν.
Τους κατηγορείτε γιατί αρνούνται να κάνουν αυτό που κάνετε εσείς.
Τους κατηγορείτε ότι δεν ξέρουν να εκτιμούν τους κόπους και τις θυσίες.

Λέτε, όμως δεν ξέρετε.

Δεν τους είδατε να δακρύζουν.
Δεν τους είδατε να αγανακτούν.
Δεν τους είδατε να πονούν.
Δεν τους είδατε να πενθούν.

Δεν τους είδατε να θυσιάζονται.

Εγώ όμως τους είδα.
Και ξέρω.

Γιατί δεν τους είδα μόνο.
Είμαι κι εγώ ένας από αυτούς.

Και δε θα μείνω με σταυρωμένα τα χέρια.

Θα βγω κι εγώ, και θα φωνάξω.
Μέχρι να με ακούσουν. Μέχρι να με ακούσετε.

Για σας, για τα χάλια σας.

Για μας, για το μέλλον μας.

Για τον τόπο μας.

Για το άδικο και για το δίκαιο.

Για ανθρώπους που χάνονται άδικα.

Για όλα και για τίποτα.

Για μένα, για σένα και για τον δίπλα.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Φωνάζει το μέσα μου.

Φωνάζει το μέσα μου και το μολύβι σκαλώνει στο χαρτί.

Δε μπορώ να γράψω.

Λυπάμαι μόνο για την κατάντια μας.

Για την ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ.

Για την ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ.

Σας συχαίνομαι ρε, ΟΛΟΥΣ.

Όσοι και να παραιτηθείτε τα παιδιά δεν τα φέρνετε πίσω. Την καταστροφή που προκαλέσατε από την ανευθυνότητα σας δεν την προλαβαίνετε.

Αρρώστησα.

Πονά, φωνάζει το μέσα μου.

Για τα παιδιά που χάθηκαν τόσο απλά και τόσο ΑΔΙΚΑ.

Για τα παιδιά τα δικά μας που μπήκαν αυτό το Σ/Κ σε αυτό το μπουρδέλο ηλιθιότητας και θα κάτσουν εκεί μέσα δυο χρόνια υπηρετώντας κάτι που ούτε για φτύσιμο δεν κάνει.

Γι αυτούς που ξέρουν μόνο να κατηγορούν και να επιρρίπτουν ευθύνες.

Για μας.

Που ξεχνούμε.

Που ΞΕΧΝΙΟΜΑΣΤΕ.

Και που μας νοιάζει μέχρι το σημείο που δεν έχουμε ρεύμα, νερό και ίντερνετ.

Κι όταν όλα αυτά ξανάρθουν, κανείς δε θα θυμάται.

Κανείς και κανέναν δε θα νοιάζει.

Κανείς δε θα καταλάβει τι πραγματικά είναι αυτό που πονά, πόσο ΑΔΙΚΟ είναι.

Πόσο πρέπει να τους συχαινόμαστε. ΟΛΟΥΣ.

Σιχάθηκα.

Αρρώστησα.

Λυπάμαι...

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

"The end of the world" και όλα τα συναφή


Αυτές τις μέρες παρακολουθώ τις εξελίξεις που έχουν να κάνουν με την καταστροφή στην Ιαπωνία στον κόσμο του φέισμπουκ κι αναρωτιέμαι. Έχουν δημιουργηθεί δεκάδες σελίδες που αναφέρονται σε αυτό και όλες δείχνουν τη συμπαράσταση τους και την αμέριστη συμπάθεια στους πληγέντες. Οκέι, το καταλαβαίνω.
Αυτό που δεν καταλαβαίνω όμως, είναι το τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι μια σελίδα στο φέισμπουκ μπορεί να δώσει έστω και κάτι σε αυτούς τους ανθρώπους.
Αναρωτιέμαι επίσης, πως μπορούμε να καθησυχάζουμε τις συνειδήσεις μας και να νιώθουμε οκέι με τον εαυτό μας, κάνοντας απλά ένα like στο φέισμπουκ, σε τέτοιου είδους σελίδες. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Είναι τρομακτικός ο αριθμός των σελίδων που αναφέρονται σε παρόμοιες καταστάσεις. Το ίδιο είχε συμβεί και τότε με το σεισμό στην Αϊτή, το ίδιο συμβαίνει και για τα παιδάκια που πεινούν, και για τα παιδάκια με καρκίνο και φαντάζομαι για τις επόμενες καταστροφές που έπονται. Γιατί θα ρθουν, είναι βέβαιο. (Σημείωση: Δεν κινδυνολογώ, απλώς είναι general truth ότι στον πλανήτη μας, συνέβαιναν και θα συμβαίνουν καταστροφές -μικρές ή μεγάλες- από την αρχή του, μέχρι το τέλος του)

Ύστερα, παρακολουθώ τα σχόλια κάτω από τις φωτογραφίες και προβληματίζομαι. Κάποιοι μιλούν για το τέλος του κόσμου, κάποιοι απλώς βάζουν λυπημένες φατσούλες (η αμέριστη συμπάθεια που λέγαμε πριν), κάποιοι λένε για εκδίκηση της φύσης και όλα τα συναφή.
Κι επαναλαμβάνω. Οκέι το καταλαβαίνω.
Όμως πάλι, δεν καταλαβαίνω. Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι αφήνοντας ένα σχόλιο στη φωτογραφία που το σπίτι κάποιου τυλίγεται στις φλόγες, προσφέρουμε κάτι σε αυτόν που του άνηκε;  Ίσα ίσα, εμένα μου φαίνεται ψεύτικο και υποκριτικό. Ίσως και λίγο αδιάκριτο.
Αν ήταν το δικό μου σπίτι, να είστε σίγουροι ότι το τελευταίο πράγμα που θα με ένοιαζε ήταν το σχόλιο κάποιου από τη Γερμανία που βρήκε τυχαία τη φωτογραφία του στο φέισμπουκ.

Κι έπειτα, είναι κι αυτή η καραμέλα που πιπιλούμε όλοι με το τέλος του κόσμου. Αμάν πια. Ο κόσμος δε θα καταστραφεί. Εμείς μπορεί, ο κόσμος δεν πάει πουθενά.
Θα γίνουν αλλαγές, τεράστιες. Αυτό είναι σίγουρο. Αλλαγές που εμείς θα προκαλέσουμε με τη συμπεριφορά μας, αλλαγές που έχουμε ήδη προκαλέσει και μεγαλώνουν, αλλαγές που δεν έχουμε προκαλέσει εμείς, αλλά έτσι κι αλλιώς δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό.
Θα γίνουν. Αλλά σταματήστε επιτέλους να κινδυνολογείτε και με κάθε καταστροφή που γίνεται να ετοιμάζεστε για την καταστροφή του πλανήτη.

Αντί γι αυτό, καλύτερα να σκέφτεστε πώς μπορούμε να κάνουμε κάτι. Κι αν δε μπορούμε τα μεγάλα, και τα μικρά είναι σημαντικά.
Μπορούμε να μας νοιάζει. Όχι όμως με τον τρόπο που γίνεται στο φέισμπουκ.
Μπορούμε να διεκδικήσουμε από αυτούς που μπορούν να κάνουν κάτι.
Μπορούμε να γίνουμε πολλοί.

Μπορούμε να «κλάψουμε μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο».

Μπορούμε όμως και να μη μας νοιάζει.
Μπορούμε απλώς να κοιτάζουμε.
Και να περιμένουμε από τους άλλους να τους νοιάξει.
Γιατί εκείνοι είναι πιο μεγάλοι και πιο δυνατοί από εμάς.
Γιατί εκείνοι μπορούν κι εμείς όχι.

Και τότε θα ‘μαστε ψεύτες και υποκριτές.
Γιατί όλοι ξέρουμε μέσα μας, ότι τα σπουδαία και τα μεγάλα, ξεκινούν πάντα από τους λίγους και από τους μικρούς.

Αυτούς που νοιάζονται.
Όχι με λόγια, αλλά με πράξεις.

Φυσικά, όταν καταφέρουμε να το κάνουμε αυτό, θα έχουμε προχωρήσει σε ένα άλλο επίπεδο.
Ίσως τότε να δικαιούμαστε να ονομαστούμε ξανά άνθρωποι.
Ίσως πάλι όχι.




Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

And so this is Christmas...



Αυτά τα Χριστούγεννα εύχομαι...

Εύχομαι να περάσετε όσο πιο όμορφα γίνεται!

Κι έτσι για το καλό της ημέρας, κάντε κάτι που θα έπρεπε να κάναμε όλοι μας, κάθε μέρα κι όχι μόνο τα Χριστούγεννα.
Πείτε σε αυτούς που νοιάζεστε πόσο πολύ τους αγαπάτε. Ακόμα κι αν πιστέψουν ότι το λέτε απλά γιατί "το χει η μέρα", αξίζει τον κόπο.

Αυτά.

Καλά Χριστούγεννα!!!

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

17/11

Δε θα μιλήσω για τη χούντα.
Ούτε για τους αριστερούς.
Ούτε για τη δικτατορία.

Θα μιλήσω για την αδιαφορία, και την απάθεια.
Τη σημερινή, γιατί τότε δεν υπήρχαν τέτοιες λέξεις στα λεξικά των ανθρώπων. Των νέων ανθρώπων. Θα μιλήσω για εμάς, τη γενιά του facebook και της απαξίωσης. Τη γενιά του "Δεν με ενδιαφέρει οτιδήποτε πέρα από τον μικρό κόσμο που με περιβάλλει. Πέρα από εμένα και τον Εαυτό μου."
Δεν ξέρω πως έγιναν τα πράγματα τότε, ποιες συγκυρίες και ποια γεγονότα εφοδίασαν τους νέους με τόση ψυχική δύναμη και τόσο κουράγιο. Ξέρω μόνο ότι εμείς, δεν τα έχουμε αυτά. Και ότι αν έπρεπε να κάνουμε κάτι παρόμοιο, πολύ απλά, δε θα το κάναμε.

Γιατί δε θα μας ένοιαζε.
Γιατί δε θα μας αφορούσε.
Γιατί είμαστε βολεμένοι στα σκατά που ζούμε και δεν έχουμε ούτε την όρεξη ούτε τη θέληση να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση.

"Τα παιδιά του Πολυτεχνείου έκαναν ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος στη θέση τους."
Ναι, όχι εμείς.

Γιατί εμείς, εκπαιδευτήκαμε να μη μας νοιάζει. Και να υποτασσόμαστε. Στα πάντα.

Τιμή σε εκείνα τα παιδιά που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι...

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Ανοργάνωση είναι...



  • Να μην υπάρχουν αρκετά βιβλία για κανέναν, ακόμα και αυτά των κατευθύνσεων...

  • Να μην υπάρχουν υπολογιστές στις αίθουσες υπολογιστών

  • Να μην υπάρχουν βιβλιοθήκες, αλλά άν υπάρχουν να είναι για τρία συνεχόμενα χρόνια "υπό κατασκευή"

  • Να μην υπάρχουν αρκετοί καθηγητές να διδάξουν, αλλά παρ' όλα αυτά οι συμβασιούχοι να μένουν αντικαταστάτες και οι αντικαταστάτες να μένουν σπίτι τους.

  • Να αλλάζει ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα και κάποιοι καθηγητές να μην ξέρουν ακόμα τη φόρμουλα βαθμολόγισης.

  • Να μην έχουμε ιδέα πόσες απουσίες δικαιούμαστε, γιατί προφανώς, ούτε κι αυτοί ξέρουν...

Ανοργάνωση είναι... Το σχολείο του σήμερα...

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

[Δεν ξεχνώ] και Αγωνίζομαι...


Τις τελευταίες δυο ώρες μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνω επισκέφθηκα διάφορα μπλόγκς ακολουθώντας μηχανικά συνδέσμους που μου πρότειναν από τις σελίδες τους άλλοι μπλόγκερς.. Κάποια από αυτά είχαν και πολιτικό περιεχόμενο. (Δε διάβασα τίποτα επίκαιρο –γιατί δεν υπήρχε-)
Είμαι 16 χρονών (σχεδόν 17) και σχεδόν δεν ξέρω την ιστορία του τόπου μου. Το παραδέχομαι. Το σχολείο μου δε θα μου τη μάθει, γιατί είναι ταμπού. Τα βιβλία δε θα μου τη μάθουν γιατί μέχρι σήμερα δε γράφτηκε κάποιο που να τη λέει αντικειμενικά. Αυτό που θέλω είναι να μάθω τα γεγονότα, όπως έγιναν. Και μετά θα αποφασίσω τι να πιστέψω και τι να υποστηρίξω.
Είναι κουραστικό για κάποιον που είναι «ημιμαθής» αλλά θέλει να μάθει, να είναι αναγκασμένος να βομβαρδίζεται από παντού με φανατικά υποκειμενικές απόψεις που δεν τον βοηθούν καθόλου να σχηματίσει τη δική του.
Γιατί στην καλύτερη περίπτωση θα αποφασίσει ότι το ζήτημα είναι πολύ μακρινό για εκείνον και θα σταματήσει να ψάχνει, και στη χειρότερη θα υποκύψει στην πλύση εγκεφάλου που του γίνεται και θα αποκτήσει «άποψη» που ουσιαστικά δε θα είναι δική του. Όπως άλλωστε συμβαίνει με τον περισσότερο κόσμο.
Ακούω ανθρώπους να μιλούν για τέτοια ζητήματα με τέτοιο φανατισμό και σιγουριά που θα νόμιζες ότι «ήταν τζιαμέ δίπλα τζι εθωρούσαν» κι όμως είναι μόνο 16 χρονών. Αυτό που με κάνει να παραξενεύομαι είναι ότι δεν πιστεύω ότι αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν καλύτερα από μένα ή τον οποιονδήποτε άλλο τι έγινε και πως.
Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι θα ήθελα να γεννηθώ 200 χρόνια αργότερα. Ισως και περισσότερα. Γιατί τότε μπορεί να μάθαινα ιστορία, πιο αληθινή απ’ότι ξέρω τώρα. Βέβαια, κανένας δε μπορεί να μου το εγγυηθεί αυτό αφού ακόμα και την ιστορία που έγινε χιλιάδες χρόνια πριν, την ξέρουμε από κάποιους που την έγραψαν εντελώς ή λιγότερο υποκειμενικά.

Θέλω να μάθω την αλήθεια. Δε με αρκούν αυτά που ξέρω.
Κι όταν τη μάθω θέλω να μη φανατιστώ. Γιατί όσο δίκαιο και να έχω, ποτέ μου δε θα το αποδείξω έτσι και φανατιστώ. Και αυτό το αποδεικνύουν καθημερινά κάτι καραγκιόζηδες που βγαίνουν στην τηλεόραση και προσπαθούν να μας πείσουν για το ένα και για το άλλο. Με το φανατισμό δε γεννιέται κανένα καλό. Μόνο κακά.


ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Μα τι να ξεχάσω; Αφού δεν ξέρω.

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Να σου πω ένα παραμύθι;

Ήταν ένα μικρό χωριό. Τόσο μικρό, που δεν το είχαν οι μεγάλοι χάρτες της χώρας. Τόσο μικρό, που είχε μόνο μία μικρούτσικη πλατεία και στην μοναδική πλατεία, ένα μονάχα δέντρο.
Όμως, ο κόσμος αγαπούσε εκείνο το χωριουδάκι, αγαπούσε την πλατεία και το δέντρο του – ένα τεράστιο πλατάνι που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της πλατείας. Και ακριβώς στο κέντρο της καθημερινής ζωής του χωριού. Κάθε απόγευμα γύρω στις εφτά, μετά τη δουλειά τους, οι άνδρες και οι γυναίκες του χωριού συναντιόνταν στην πλατεία, φρεσκολουσμένοι, χτενισμένοι και ντυμένοι για να κάνουν δύο-τρεις βόλτες γύρω από το πλατάνι.

Για πάρα πολλά χρόνια, οι νέοι οι πατεράδες τους και οι παππούδες τους διασταυρώνονταν καθημερινά κάτω από το πλατάνι.
Εκεί είχαν κλείσει σπουδαίες δουλειές, εκεί είχαν πάρει καθοριστικές αποφάσεις για την κοινότητα, εκεί είχαν οριστεί γάμοι κι εκεί θυμούνταν τους νεκρούς τους για χρόνια και χρόνια.
Μία μέρα, κάτι διαφορετικό και θαυμαστό συνέβη. Από μία ρίζα του πλατάνου ξεπετάχτηκε, άξαφνα, ένα πράσινο κλαδάκι με δύο μοναδικά φύλλα που σημάδευαν τον ήλιο.
Ήταν ένα βλαστάρι. Το πρώτο βλαστάρι που έβγαζαν οι ρίζες του πλάτανου από τότε που το θυμούνταν.
Μετά την αρχική συγκίνηση, δημιουργήθηκε μία επιτροπή που οργάνωσε μία γιορτή για το γεγονός.
Προς έκπληξη των διοργανωτών, δεν ήρθαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού στη γιορτή. Ορισμένοι έλεγαν ότι το βλαστάρι θα δημιουργούσε επιπλοκές.
Λίγες μέρες μετά άρχισε να σκάζει και δεύτερο βλαστάρι. Και μέσα σ’ ένα μήνα, πάνω από είκοσι πράσινα κλαδάκια φύτρωναν πάνω στις γκρίζες ρίζες του πλάτανου.
Η χαρά των μεν και η αδιαφορία των δε, θα διαρκούσε λίγο.
Το ανακοίνωσε ο φύλακας της πλατείας. Κάτι συνέβαινε στο γέρικο πλατάνι. Τα φύλλα του ήταν πολύ κίτρινα, αδύναμα κι έπεφταν εύκολα. Ο φλοιός του κορμιού του, που άλλοτε ήταν τρυφερός και σαρκώδης, τώρα ήταν ξερός κι έσπαγε. Ο φύλακας έβγαλε μία διάγνωση.
«Το πλατάνι είναι άρρωστο».
Και ίσως να πέθαινε.
Εκείνο το απόγευμα, στο απογευματινό περίπατο, άνοιξε μεγάλη συζήτηση ανάμεσα στους χωριανούς. Ορισμένοι έλεγαν πως έφταιγαν τα βλαστάρια. Τα επιχειρήματα τους ήταν σαφή. Όλα πήγαιναν καλά προτού εμφανιστούν τα βλαστάρια.
Οι υπερασπιστές των νέων βλαστών έλεγαν ότι το ένα δεν είχε σχέση με το άλλο, και τα βλαστάρια ήταν μια εξασφάλιση για το μέλλον – αν κάτι πάθαινε το πλατάνι.
Με την συζήτηση, δημιουργήθηκαν δύο ομάδες σαφώς αντίθετες: η μία έδινε προτεραιότητα στο γέρικο πλατάνι και η άλλη στα νέα βλαστάρια.
Δίχως να το καταλάβουν, η λογομαχία φούντωσε και οι δύο ομάδες απομακρύνθηκαν περισσότερο. Όταν βράδιασε, αποφάσισαν να συζητήσουν το θέμα σε μία γενική συνέλευση των κατοίκων την επόμενη μέρα, για να καλμάρουν τα πνεύματα.
Δεν καλμάρισαν όμως. Την επόμενη μέρα, οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» – όπως άρχισαν να αυτοαποκαλούνται – είπαν ότι η λύση του προβλήματος ήταν η επιστροφή στην πρότερη κατάσταση. Τα βλαστάρια αφαιρούσαν δυνάμεις από το γέρικο πλατάνι ενεργώντας σαν παράσιτα του δέντρου. Συνεπώς, έπρεπε να κόψουν τα βλαστάρια για να σώσουν το πλατάνι.
Οι «Υπερασπιστές της Ζωής» -όπως είχε βαφτιστεί η δεύτερη ομάδα-, άκουγαν ταραγμένοι την άποψη αυτή. Είχαν σκεφτεί κι εκείνοι μία λύση να προτείνουν. Έπρεπε να κοπεί το γέρικο πλατάνι, που είχε πια ολοκληρώσει τον κύκλο του. Το μόνο που έκανε ήταν να κόβει φως και νερό από τα νεογέννητα. Εξάλλου, ήταν μάταιο να υπερασπίζει το πλατάνι αφού, ούτως ή άλλως το γέρικο δέντρο ήταν σχεδόν νεκρό.
Η διαμάχη κατέληξε σε λογομαχία, η λογομαχία σε καβγά με φωνές, βρισιές και κλοτσιές. Η αστυνομία διέλυσε τη φασαρία και τους έστειλε όλους στα σπίτια τους.
Οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» συγκεντρώθηκαν τη νύχτα και αποφάσισαν ότι η κατάσταση ήταν απελπιστική. Οι ηλίθιοι αντίπαλοι τους δεν έπαιρναν από λόγια και συνεπώς έπρεπε να δράσουν. Οπλίστηκαν με κλαδευτήρια, κασμάδες και φτυάρια και πήγαν στην πλατεία. Αν κατάστρεφαν τα βλαστάρια, οι διαπραγματεύσεις θα γίνονταν με άλλους όρους.
Έφτασαν στην πλατεία πολύ ικανοποιημένοι.
Όταν πλησίασαν τον πλάτανο είδαν μία ομάδα ανθρώπων να στοιβάζει ξύλα γύρω από το πλατάνι. ¨Ήταν οι «Υπερασπιστές της Ζωής» που σκόπευαν να του βάλουν φωτιά.
Οι δύο ομάδες υπερασπιστών ήρθαν πάλι στα χέρια, μόνο που τώρα τα χέρια τους ήταν οπλισμένα με μίσος, οργή και διάθεση για καταστροφή.
Πολλά βλαστάρια ποδοπατήθηκαν και πληγώθηκαν με τον καβγά. Αλλά και το γέρικο πλατάνι έπαθε κάμποσες ζημιές στον κορμό και τα κλαδιά του.
Πάνω από είκοσι «υπερασπιστές» και των δύο πλευρών κατέληξαν στο νοσοκομείο πληγωμένοι, άλλος λίγο και άλλος σοβαρά.

Το επόμενο πρωί, η πλατεία είχε διαφορετική όψη. Οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» είχαν υψώσει ένα φράχτη γύρω από το δέντρο και τέσσερις ένοπλοι το φύλαγαν συνέχεια.
Οι «Υπερασπιστές της Ζωής», από τη μεριά τους, είχαν σκάψει μία τάφρο και είχαν κυκλώσει με αγκαθωτό σύρμα τα βλαστάρια που απέμειναν, για να τα προστατέψουν.
Αλλά και στο υπόλοιπο χωριό, η κατάσταση είχε γίνει ανυπόφορη. Οι δύο ομάδες, προσπαθώντας να κερδίσουν υποστήριξη, δημιούργησαν πόλωση και ανάγκασαν τους πάντες να πάρουν θέση. Όποιος υπερασπιζόταν το πλατάνι ήταν εξ’ ορισμού εχθρός των «Υπερασπιστών της Ζωής» και οι «Υπερασπιστές του Πλάτανου» μισούσαν θανάσιμα όποιον υπερασπιζόταν τα βλαστάρια.
Τελικά, αποφάσισαν να πάνε το θέμα στον Ειρηνοδίκη, που ήταν τότε ο εφημέριος της μικρής εκκλησίας. Θα έβγαζε την απόφαση του την επόμενη Κυριακή.
Το ακροατήριο ήταν χωρισμένο μ’ ένα σχοινί και οι δύο πλευρές βρίζονταν. Φώναζαν τρομερά και κανένας δεν ακουγόταν.
Ο Γέρος, που σίγουρα ήταν πάνω από εκατό ετών, είχε ιδρύσει το χωριό στα νιάτα του. Αυτός είχε σχεδιάσει τους δρόμους, είχε μοιράσει τη γη και, φυσικά είχε φυτέψει το δέντρο.
Ο Γέρος ήταν σεβαστός από όλους, και τα λόγια του διατηρούσαν την ίδια διαύγεια όπως σε όλη του τη ζωή.

Ο γέροντας απόδιωξε τα χέρια που προσφέρονταν να τον βοηθήσουν, και με δυσκολία ανέβηκε στο βήμα και μίλησε.
«Ανόητοι» είπε. «Ονομάζετε τους εαυτούς σας «Υπερασπιστές του Πλατάνου» και «Υπερασπιστές της Ζωής» … Υπερασπιστές; Εσείς είστε ανίκανοι να υπερασπίσετε οτιδήποτε, γιατί ο μόνος σας στόχος είναι να βλάψετε όποιον σκέφτεται διαφορετικά.
Δεν αντιλαμβάνεστε το λάθος σας και –τόσο οι μεν όσο και οι δε- σφάλλετε.
Το πλατάνι δεν είναι από πέτρα. Είναι ζωντανός οργανισμός και σαν τέτοιος κάνει το κύκλο του. Ο κύκλος της ζωής του περιλαμβάνει και το να δώσει ζωή σ’ όσους θα συνεχίσουν. Δηλαδή, να προετοιμάσει τα βλαστάρια που θα γίνουν μετά καινούργια πλατάνια.
Όμως τα βλαστάρια, ανόητοι, δεν είναι μόνο βλαστάρια. Δεν μπορούν να ζήσουν αν το βλαστάρι πεθάνει, και η ζωή του πλάτανου δεν έχει σημασία αν δεν μπορεί να μετατραπεί σε νέα ζωή.
Ετοιμαστείτε «Υπερασπιστές της Ζωής». Προπονηθείτε και οπλιστείτε. Σύντομα θα έρθει η ώρα να βάλετε φωτιά στα σπίτια των γονιών σας και να κάψετε κι εκείνους μαζί. Σύντομα θα γεράσουν και θα εμποδίζουν το δρόμο σας.
Ετοιμαστείτε «Υπερασπιστές του Πλάτανου». Αρχίστε με τα βλαστάρια. Πρέπει να μπορέσετε να ποδοπατήσετε και να σκοτώσετε τα παιδιά σας όταν εκείνα θα θελήσουν να σας αντικαταστήσουν ή να σας ξεπεράσουν.
Και θέλετε να λέγεστε «Υπερασπιστές»!

Εσείς, το μόνο που θέλετε είναι να καταστρέψετε…
Και δεν αντιλαμβάνεστε
Ότι καταστρέφοντας, και καταστρέφοντας
Θα καταστρέψετε αναπόφευκτα
Όλα όσα θέλετε να υπερασπίσετε.
Σκεφτείτε! Δεν σας απομένει πολύ χρόνος…


Και με τα λόγια αυτά, κατέβηκε αργά από το βήμα και βάδισε προς την πόρτα μέσα στην απόλυτη σιωπή.
… Και έφυγε.


(Εγώ το πήρα από το βιβλίο "Να σου πω μια ιστορία" του Χορχε Μπουκάι,που το πήρε απο ενα διήγημα του R.Trossero)


Τι πάμε να κάνουμε...;