Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Papercut.

Χαρτί. Θέατρο. Αμηχανία.
Αυθυποβολή - Υπεκφυγή - Διαύγεια.

Φως. Πιο πολύ φως.
Λιγότερο.
Ανάγκη. Ψέμα. Ελλειπές.

Ευχή. Προσευχή. Αποτροπή.
Αχαριστεία. Αμηχανία. Αδιαφορία.
Προετοιμασία.
-Ματαιότητα.




Θα ήθελα.
Εσύ όχι.
Αν όμως... Πάλι όχι.

Γιατί;
Γιατί όχι;

Ευθύνη. Απαλλαγή. Συνείδηση.
Μέλλον. Δουλειά. Σχέση. Λεφτά.
Κόσμος.

Προτεραιότητα.
Ανάγκη. Διαφορά. Επιθυμία.

Πένθος. Ανάρρωση.
Διαύγεια.

Αυθυποβολή.

Υπεκφυγή.




Ματαιότητα. 

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013



Χέρια που ιδρώνουν, ματιά κολλημένη στο πεζοδρόμιο.
Δυο βιβλία κι ένα χαρτάκι με μια λίστα για ψώνια.
Αμήχανα χαμόγελα και κουμπωμένες λέξεις.
Το «καλημέρα» σκαλώνει στο πίσω μέρος του λάρυγγα.
Το «χαίρεται» αντηχεί άσκοπο στο λαβύρινθο του μυαλού.

Ακουστικά στ’ αυτιά και απουσία.

Καμάρα, 20:59

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Μια μεγάλη απόφαση.
Μια κακή ιδέα.
Ένας μικρός θάνατος.
Μια επιθυμία.
Κόκκινα δάχτυλα.
Ένας άλλος κόσμος.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Οκτώβριος

Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό

Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μέσ’ στον καθρέφτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογγητό

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα όνειρα μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
όλες οι φωτογραφίες, όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
και όλα τα αγαπώ για σένα

Μίλτος Σαχτούρης

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Περπατάς σ'ένα βαθύ διάδρομο.
Παράθυρα-πόρτες, δεν υπάρχουν. Το φως έρχεται από κάπου ψηλά.
Προχωράς.
Στους τοίχους χρωματισμένες ζωγραφιές που έφτιαχνες μικρός.
Απροσδιόριστες γραμμές και σχήματα σε μια γλώσσα που δεν είσαι σίγουρος αν ξέρεις ή αν ήξερες ποτέ.
Κινούνται μαζί σου, το πάτωμα αλλάζει μορφές.

Τα πόδια σου αφήνουν ένα κολλώδες υγρό.
Το μέρος μυρίζει άσχημα.
Φοβάσαι. Περπατάς ακόμα.

Θα έρθει, και θα σε πάρει από το χέρι.
Την κρατάς, σφιχτά. Ακούει την ανάσα σου.
Γρήγορη, κοφτή.

Τα χέρια σου ιδρώνουν. Σφίγγεις το χέρι σου μέσα στο δικό της.
Ντρέπεσαι.
Αφήνεις τα χέρια σου να γλιστρήσουν κι η παλάμη σου ξεφεύγει από την ασπίδα της.

Είσαι  μόνος-γυμνός.
Η παρουσία της υπενθυμίζει τη μοναξιά σου.

Γυρίζει το πρόσωπο της προς το μέρος σου-θεε μου, είναι τόσο όμορφη.
Τα μάτια της δε σε κοιτάζουν.
"Η Κυρία σε περιμένει" λέει τελικά και φεύγει προς το φως.

Ανήκει στο φως, το φως της ανήκει.
Χάνεται.

Περπατάς σ'έναν βαθύ διάδρομο.
Δεν υπάρχουν φώτα.
Το πόδια σου αφήνουν ένα κολλώδες υγρό που φωσφορίζει στο σκοτάδι.
Τα χέρια σου ιδρώνουν. Αναζητούν τα δικά της.

Η Κυρία. Σε περιμένει. 

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Απόρριψη

Τελευταία οι λέξεις μου με πρόδωσαν.

Μου γύρισαν την πλάτη και με κορόιδεψαν.
Αρνήθηκαν να γράψουν για σένα, αντιστάθηκαν στο να γεννηθούν από εσένα.
Ξέρουν, ότι δε μου κάνεις καλό. Το ξέρω κι εγώ άλλωστε.
Και δε μου κάνεις καλό με ένα σωρό τρόπους.

Δε μου αρέσει να "σου γράφω πάλι από ανάγκη, η ώρα πέντε το πρωί".
Γιατί δεν έχει νόημα. Γιατί δεν ακούς.
Κι αν άκουγες το ίδιο θα 'ταν πάλι.

Από τότε που σ'αγαπώ, δε γράφω.

Από τη μια, ίσως και να μην έπρεπε να γράφω από την αρχή.

Μα και πάλι, ίσως να μην έπρεπε να σε αγαπούσα.

Μπορεί και τα δυο μαζί.

Πώς μπήκες μέσα μου;
Βγες. Σε παρακαλώ.

Βγες ή δώσε μου νόημα.
Δώσε νόημα στις λέξεις μου. Δως τους πνοή.


Τουλάχιστο, κάν'τες να μη σε μισούν τόσο.