Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

School's out for ever.


Η αλήθεια είναι, ότι το περίμενα. Δε μετρούσα τις μέρες, γιατί ήξερα πόσο γρήγορα θα περνούσαν. Δεν κοίταζα το ημερολόγιο γιατί ήξερα πόσο τραγικά κοντά ήμασταν, στο τέλος.
Και να το που ήρθε. Επίσημα κιόλας. (Δηλαδή σχεδόν. Φυσικά, το επίσημα εννοεί την πράξη που σηματοδοτεί το τέλος, κι όχι το τέλος όπως ορίζεται από το υπουργείο) 

Δεν ξέρω αν χαίρομαι, δεν έχω καταλάβει ακόμα.
Ξέρω όμως ότι πενθώ, απώλειες. Ξέρω ακόμα ότι φοβάμαι. Το άγνωστο, αυτό που θα ‘ρθει. Φυσικά, το αγαπώ κιόλας. «Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι».

Ξέρω κι ότι θα μου λείψει. Θα μου λείψετε. Θα μου λείψουν.  
Μου λείπει ήδη.

Το σχολείο, δεν ήταν ποτέ το στοιχείο μου. Ποτέ δε μου άρεσε και ποτέ δεν του έτρεφα καμιά ιδιαίτερη συμπάθεια. Πνιγόμουν. Έπρεπε να περάσω την καγκελόπορτα για να μπορώ να ανασαίνω κανονικά.
Δεν ήμουν ούτε καλός, ούτε κακός μαθητής. Average. Κι αυτό γιατί δε με ενδιέφερε ποτέ να αποδείξω κάτι σε εκείνους. Αυτοί που άξιζαν να ξέρουν, το ήξεραν και χωρίς τον έλεγχο. Το ήξεραν και χωρίς τις απουσίες. Το ξέρουν και χωρίς τις Παγκύπριες.  (Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σκοπεύω να τους απογοητεύσω ή κάτι παρόμοιο. –όχι ηθελημένα, εννοείται-)

Δε λέω ότι πέρασα άσχημα. Καλά ήταν. Κάποιες χρονιές ήταν απίστευτα απαίσιες, κάποιες μου ήταν αδιάφορες. Και κάποιες, μπορώ και τις θυμάμαι ως «όμορφες».

Έλεγα τις προάλλες, ότι το εκπληκτικό με το σχολείο, είναι ότι ακόμα κι αν το μισείς, ακόμα κι αν δε θέλεις να το βλέπεις, είναι το μόνο σίγουρο πράγμα στη ζωή σου. Για  δώδεκα χρόνια αυτό που κάνεις είναι να ξυπνάς  το πρωί και να πηγαίνεις εκεί που σε στέλνει το σύστημα. Για δώδεκα χρόνια, ξυπνάς και πας σχολείο. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν πας, αλλά αυτό μετρά στις απουσίες σου. Αρα θεωρητικά, εξακολουθείς να πηγαίνεις γιατί κάπου γράφει την ημερομηνία της απουσίας και το όνομά σου. Κάποιος ξέρει ότι υπάρχεις. Κάποιος πρόκειται να σε αναζητήσει. Σε κάποιο περιβάλλον, που έχεις συνηθήσει τόσο πολύ και σου φαίνεται πλέον.. Αυτονόητο.

Και μετά, τελειώνει. Κι εσύ ξυπνάς, αλλά δεν έχεις να πας σχολείο.
Για την ακρίβεια, δεν έχεις να πας πουθενά.
Δεν ξέρεις, αν ο επόμενος Σεπτέμβρης θα σε βρει σπίτι σου, ή 500km μακριά από αυτό.
Δεν ξέρεις αν πρόκειται να ξυπνάς για να πηγαίνεις στη σχολή, ή κάπου αλλού.
Αν θα είσαι στη Λευκωσία, στην Αθήνα, στο Παρίσι ή στην Οξφόρδη.
Αν θα ξυπνάς καταιδρωμένος ή αν θα ξεπαγιάζεις.
Αν θα πηγαίνεις (εκεί που θα πηγαίνεις) με τρένο, με ποδήλατο ή με τα πόδια.

Κι αυτό, είναι λίγο περίεργο.

Και το πιο περίεργο είναι, ότι ενώ για δώδεκα χρόνια αυτό που ήθελες ήταν να φύγεις, τώρα δεν είσαι σίγουρος.

Και σε πιάνει ένας φόβος ανεξήγητος και δε θέλεις να πας πουθενά. Και θέλεις να παγώσει η εικόνα και να μείνει έτσι.Και να ΄σαι εκεί, κατεψυγμένος για πάντα...

Σε αυτή την ανάρτηση, είχα σκοπό να μιλήσω για τους ανθρώπους. Το ήθελα, το θέλω πολύ. Νομίζω όμως ότι δεν είμαι έτοιμη ακόμα. Δε μπορώ. Γράφοντας γι αυτούς σαν κάτι που υπήρξε, χρησιμοποιώντας παρελθοντικούς χρόνους, με φοβίζει. Με κάνει να το νιώθω σαν κάτι που έχει τελειώσει, σαν κάτι που δεν έχει συνέχεια. Σαν κάτι που έφυγε. 

Η αποδέσμευση...

Η αποκοπή του ομφάλιου λώρου...

Οχι, δεν είμαι έτοιμη γι αυτό. Καθόλου.  Όχι ακόμα...

2 σχόλια:

  1. "Γράφοντας γι αυτούς σαν κάτι που υπήρξε, χρησιμοποιώντας παρελθοντικούς χρόνους, με φοβίζει. Με κάνει να το νιώθω σαν κάτι που έχει τελειώσει, σαν κάτι που δεν έχει συνέχεια. Σαν κάτι που έφυγε. "
    Φιλη μου,δεν εχει τελειωσει τιποτα οσο υπαρχουν Ανθρωποι σαν εσενα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι αυτό που λέγαμε... Η ενηλικίωση. Κι ενήλικας δεν γίνεσαι στα χαρτιά κατ'ακρίβειαν, μονάχα γίνεσαι όταν απελευθερώνεσαι. Και ξέρεις, δεν είναι κακό αυτό. Είναι οδυνηρό και δύσκολο και θέλει πολύ κόπο και μόχθο, θέλει δουλειά πολλή και προσπάθεια, κάθε μέρα ώσπου να σπάσεις τα δεσμά που σε κρατούν, ώσπου μια μέρα να ανακαλύψεις ότι η δύναμή σου ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ.
    Και μη σε φοβίζει αυτό, η δύναμή σου να μη σε φοβίζει. Κι άμα έλθει η ώρα που θα την καταλάβεις μη νομίζεις πως όντας δυνατή δε θ'αγαπάς. Αυτούς που γράφεις όλους, αυτούς που θα σου λείψουν αν απελευθερωθείς κι ανοίξεις τα φτερά σου θα δεις τελικά πόσο πολύ τους μοιάζεις, γιατί θα είστε ίσοι πια -με την έννοια της ελευθερίας βέβαια- γιατί πάντα αυτοί θα 'ναι οι πιο σοφοί, κι έχουμε την ανάγκη να ξέρουμε πως είναι. Απλώς θα δεις τελικά πως είναι πιο όμορφο να τους αγαπάς χωρίς όλα εκείνα τα δεσμά, χωρίς ομφάλιους λώρους και νήματα. Όταν τα σπάσεις όλα αυτά, δε θα σπάσεις την ψυχή σου, η ψυχή δε σπάζει, δε γίνεται κομμάτια, μονάχα ανοίγει η ψυχή σου, η ψυχή μου, η ψυχή του καθενός, κι όλο μεγαλώνει και όχι... Εγώ πιστεύω πως δεν έχει όρια η ψυχή. "Ανακάλυψα το παράδοξο πως αν αγαπάς μέχρι που να σε πονέσει, δεν υπάρχει άλλος πόνος, μονάχα περισσότερη αγάπη..."

    ΑπάντησηΔιαγραφή